Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2011

ΑΝΕΠΑΙΣΘΗΤΑ


Διαπερνώ

την άμορφη συνοχή,

δροσίζω τη δίψα

με αντίστιξη,

που διαχωρίζει και εχθρεύεται και ωθεί


Αίρεση,

ρίγος άνοιξης

στην καρδιά του Πανόπτη.

Γρανιτένια λες,

η σιωπηρή αφήγηση.


Ξέμακρα,

τα σήμαντρα λειτουργούν,

για ιστορίες

θάρρους και φωτός,

και αλήθειες αδαμάντινες.


Και η Μητέρα όλων,

σε προβολές αλληγορίας,

στους Κόσμους και στις Στιγμές,

να αφουγκράζεται τα στάχυα

της έρημης ηχούς.


Εστιασμένοι θα μένουμε λοιπόν

σε μυθούμενες ανατάσεις

και οι δύσεις

θα ορίζουν τις οπτασίες

των στοιχείων που εναρμονίζονται.


Οι τροχοί του χρόνου μας

ανεπαίσθητα

σαν εστράφησαν

μας άφησαν γυμνούς καλή μου

με κλήρο την αμαρτία της ατέλειας.

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

Ημεραίος πλους


Εγκοίλως

αποστάζονται

τα είδωλα

και αποτίθενται

εις χρόνους

αναμάρτητους.


Ευέλικτα

ο μίσχος της ελπίδας

αναρριχάται

και οι θύμησες

θρήνου και οράματος

λευχειμονούν.


Ως θνητοί

ερωτευόμαστε

απελπισμένα


και ως ψυχές

θανάσιμα.

Τρίτη, 17 Μαΐου 2011

ΑΓΑΠΗ


Ο Διάβολος κρύβεται λένε

στις λεπτομέρειες...


Όμως με χέρια φωταυγή και σίγουρα

σου παραδόθηκε

το Σύνολο,

στην πλήρη λεπτουργία του,

να σεβαστείς

και να δοξάσεις λατρεμένο.


Γιατί αγάπη Γιέ μου δεν είναι πάντα να αγαπάς.


Αγάπη είναι πρωτίστως να σωπαίνεις

καθώς αναλύονται εις τα απλούστερα δυνατά

οι δακτύλιοι του Πεπρωμένου ως γνωρίζεις



Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

Μετάξι.

Άκουσέ με σε αυτό.

Ήμασταν δειλοί και παγωμένοι,

οχυρωμένοι

σ'έναν ελάχιστο βράχο

που υποχωρούσε.


Ήμασταν σαλεμένοι και αλαφροΐσκιωτοι,

λατρεύαμε

μια άυλη ελπίδα,

και μηρυκάζαμε

έναν οπιούχο μέλλοντα.


- Είστε προδότης κύριε...


- Και μάλιστα ψυχρός

σαν ωκεάνειο βάθος...


- Και σένα δεν σε λυπήθηκαν βλέπω...


Μπορεί να προλάβεις

ξέρεις,

μπορεί και όχι.


Μην το σκεφτείς όμως

καθόλου,

γέροντα

με τα εξωπραγματικά όνειρα

και την ταπεινή χλαίνη

που ώρες ώρες

γυαλίζει στον ήλιο

σαν μετάξι.

Γιατί από τώρα,

ότι φοράς

θα είναι μετάξι.


Κι αν δεν είναι,

θα γίνεται.

Κυριακή, 14 Ιουνίου 2009

Τα καλύτερα ποιήματα

Ξεκίνα λοιπόν μαζί μου. ‘Οχι οτι είναι κάτι τι σπουδαίο, όχι μέχρι να το πιστέψεις, και πάλι ούτε τότε. Πολλά σπουδαία άλλωστε δεν τα νοιώθουμε ποτέ. Ούτε είναι όλα μοναδικά άρα και άξια. Το βλέπεις γύρω σου νομίζω, το βλέπεις και πάνω μου. Έχω σημάδια από καιρούς που δεν θυμάμαι ούτε εγώ καλά καλά. Και εσύ το ίδιο, είμαι σίγουρος. Και όλες οι συμπτώσεις που φέρνουν τον καθένα μας εκεί που είναι. Ποιός είπε ότι οι ευκαιρίες χτυπάνε την πόρτα όλων, ποιός είπε ότι θα προλάβω ποτέ τις λέξεις και τις εικόνες που με φτάνουν στη θέα σου? Και κυνηγάμε και κυνηγιόμαστε σε έναν άμορφο στίβο που μας κάνει και αισθανόμαστε, που μας κάνει και πονάμε, και θέλουμε κι’άλλο, πιό πολύ, πιό γρήγορα. Βιαζόμαστε να φτάσουμε λοιπόν, λένε. Αλλά η αλήθεια είναι άλλη. Αν δεν κινηθούμε θα βουλιάξουμε στις μνήμες, και ξέρεις όσοι τις λένε ευγενικές είναι ψεύτες. Και πνιγόμαστε εύκολα, είτε στην αδικία είτε στην κολακεία είτε στο χρέος που δεν είχαμε το ανάστημα να αντιληφθούμε.

Και ξεστομίζω λόγια ελαφρά, και ξεστομίζω τις αλήθειες μου φτωχές και μπάσταρδες γιατί η σκιά μου πέφτει στρεβλή και μαζεύομαι μήπως ξεπέρασα τα εσκαμμένα, και πάλι αυτό δεν μπορεί να συμβαίνει για πάντα, αυτό δεν μπορεί να γίνεται ζωή, η ζωή είναι καυτή ανάσα. Είμαστε όμως υπηρέτες, ακροβάτες σε μια στυλιστική κάκωση και δεν αφήνουμε το σκοινί, είναι ομφάλιος λώρος, είναι επιστροφή. Ντροπή να είμαι τόσο υπερβολικός, δεν είναι? Πάλι εδώ? Γιατί ξανά? Φύγε λατρευτή μου ελπίδα, πέταξε όσα τόλμησα να σε συμβουλέψω, γίνε χάδι στα μεταξένια μαλλιά ενός έρωτα και πίστεψέ τον ξανά. Αν μόνο μπορούσες, τότε θα’σκιζες τα καλύτερα ποιήματα και κανείς δεν θα λυπόταν παρά για τον εαυτό του...

Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2009

Διψάμε τα βράδυα

Με μια φαρέτρα κυνηγού
που δεν με βαραίνει,
ψιθυρίζοντας λόγια
από κείμενα άγια,
είμαι στεγνός πια από οίκτο υποκριτικό
είμαι αβοήθητος στην Αρχή και το Τέλος,
στο λιγοστό μου μεγαλείο.

Και όταν όλα τελειώσουν
για μια ακόμη φορά
και βρεθούμε ζωντανοί
σ’αυτό το τίμιο σκοτάδι
τότε η Μοίρα θα κατέβει ένα ακόμη σκαλί
και εμείς θ’απλώσουμε τα χέρια
και θα αγκαλιαστούμε σιωπηλά.

Γι’αυτό διψάμε τα βράδυα
Και είναι η αγάπη, κόκκινο κρασί.

Οι γέροντες αποτραβήχτηκαν πια
και μόνο βλέπουν...
Εμείς είμαστε που θα προχωρήσουμε,
εμείς που θα χαθούμε,
δεν έχω ξεχάσει, δεν έχω φοβηθεί,
είμαι γυμνός σαν αιτία,
και τα βέλη μου αστράφτουν.

Και όταν όλα τελειώσουν
για μια ακόμη φορά
και βρεθούμε λαβωμένοι
σ’αυτό το τίμιο σκοτάδι
τότε η Μοίρα θα κατέβει το τελευταίο σκαλί
και δεν θα υπάρχει πια Χρόνος
για να αγκαλιαστούμε σιωπηλά.

Γι’αυτό διψάμε τα βράδυα
Και είναι η αγάπη, κόκκινο κρασί.

Κυριακή, 15 Μαρτίου 2009

Ο ΔΡΟΜΟΣ

Μόλις δυο βήματα ξεκινημένος

και τα περιγράμματα

έχουν αρχίσει και σκορπάνε.

Κηλίδες αναδύονται

και ακάματοι ζητιάνοι της στιγμής,

της ευκαιρίας θηρευτές,

παραφυλάνε.

 

Το φως μιας ολονύχτιας αμαρτίας,

έκλυτης,

σε συντροφεύει απρόσκλητο

από τότε.

Υπάρχεις, γελάει,

αλλά δεν έφτασες,

όχι ακόμη πάντως.

 

Η ορμή μας ατελέσφορη.

Οι όρκοι μας λυμένοι.

Ομίχλη, ψόγος και σκουριά

μολεύουν τις αυγές μας.

 

Ήρθαμε όλοι από ένστικτο εδώ

και κοιταζόμαστε

αμήχανα.

θα ξανακάναμε τα ίδια λάθη

χωρίς δεύτερη σκέψη,

όλα,

για να γραφτεί απόψε κάτι.

 

Θα ξεκινήσω ξανά,

εδώ,

σήμερα,

ταπεινωμένος,

αλλά λατρεύοντας τη μέρα,

ποδοπατώντας όνειρα

σκελετωμένα από καιρό,

ανοίγοντας το δρόμο

για τον αδερφό που φλέγεται.

 

Ποτέ όμως μην ξεχνάς

ποιός ήσουν

και ποιός

ξεκίνησες να γίνεις.