Διαπερνώ
την άμορφη συνοχή,
δροσίζω τη δίψα
με αντίστιξη,
που διαχωρίζει και εχθρεύεται και ωθεί
Αίρεση,
ρίγος άνοιξης
στην καρδιά του Πανόπτη.
Γρανιτένια λες,
η σιωπηρή αφήγηση.
Ξέμακρα,
τα σήμαντρα λειτουργούν,
για ιστορίες
θάρρους και φωτός,
και αλήθειες αδαμάντινες.
Και η Μητέρα όλων,
σε προβολές αλληγορίας,
στους Κόσμους και στις Στιγμές,
να αφουγκράζεται τα στάχυα
της έρημης ηχούς.
Εστιασμένοι θα μένουμε λοιπόν
σε μυθούμενες ανατάσεις
και οι δύσεις
θα ορίζουν τις οπτασίες
των στοιχείων που εναρμονίζονται.
Οι τροχοί του χρόνου μας
ανεπαίσθητα
σαν εστράφησαν
μας άφησαν γυμνούς καλή μου
με κλήρο την αμαρτία της ατέλειας.